Αύγουστου Στρίντμπεργκ, «Η καταιγίδα» PDF Εκτύπωση E-mail
ΚΡΙΤΙΚΕΣ - Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Αύγουστου Στρίντμπεργκ, «Η καταιγίδα»

στο θέατρο Άσκηση

 

Στη μέση της σκηνής ένα κουκλόσπιτο, μικρό, θα μπορούσε να το πατήσει και να το συνθλίψει η μπότα ενός μικρόσωμου άντρα, πίσω μια διώροφη κατασκευή που θυμίζει κρεβάτι με ουρανό, βιτρίνα ή σκηνή πλανόδιου θιάσου. Διώροφη; Όχι, ακριβώς. Κατά τη διάρκεια της παράστασης αποκαλύπτεται και ένα τρίτο επίπεδο, ένα υπόγειο. Το εσωτερικό του κουκλόσπιτου δεν είναι ευχάριστο και παιγνιώδες, είναι σκληρό και γεμάτο μυστικά, όπως ο κόσμος, όπως η ψυχή του ανθρώπου. Ο πρωταγωνιστής ζει στο ισόγειο. Κάτω, είναι ο κόσμος της δουλειάς, των ανθρώπων της καθημερινής δράσης, που δεν προλαβαίνουν να βυθιστούν στα ερέβη του προβληματισμού γιατί τους κυνηγούν τα προβλήματα. Πάνω, το άγνωστο, που όμως φέρνει το παρελθόν στο προσκήνιο και υποχρεώνει σε άδοξες εντάσεις. Αυτός στο μέσο, από όπου εξακτινώνεται το βλέμμα του προς κάθε κατεύθυνση, για να γυρίσει πίσω άδειο και να ψάξει μέσα του αυτό που δεν μπορεί να βρει. Το φως ανελέητο χαράζει χώρους δράσης. Η «Καταιγίδα» αρχίζει.

Έργο απαιτητικό και σκληρό, από τα πλέον κρυπτογραφικά του Στρίντμπεργκ, δεν ανεβαίνει συχνά στις σκηνές μας. Όπως το λέγαμε και σε προηγούμενο σημείωμα, από το πλούσιο έργο του σουηδού συγγραφέα προτιμώνται τρία-τέσσερα έργα και αυτά παριστάνονται συνήθως, όχι μόνο στο ελληνικό αλλά και στο παγκόσμιο θέατρο. Αν δεν απατώμεθα, η «Καταιγίδα» ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το 1995, από τη Μάγια Λυμπεροπούλου, στο Θέατρο Τέχνης, με πρωταγωνιστές τον Λαζάνη, την Γέρου και τον Περικλή Μουστάκη, που ασχολείται τώρα εκ νέου μαζί της ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Σε ώριμη στιγμή, έχοντας προχωρήσει τη δυναμική μέθοδο με την οποία προσεγγίζει τα κλασικά κείμενα και ισορροπώντας γοητευτικά και αποτελεσματικά το ρεαλισμό με κύματα αποδόμησης, κατέβηκε στον πυρήνα του έργου και με αστείρευτη φαντασία και ιλιγγιώδη ευρηματικότητα ανέδειξε τις μεγάλες και βίαιες συγκρούσεις στις ψυχές των ηρώων.

Ο πρωταγωνιστής δεν έχει όνομα, ούτε καν ιδιότητα, είναι ο «κύριος». Ολομόναχος, περιστοιχίζεται από ανθρώπινες φιγούρες με τις οποίες δεν έχει επαφή, αντιθέτως εκείνοι είναι άνθρωποι που τον νοιάζονται αλλά και τον κρίνουν. Το διαζύγιο με την κατά πολύ νεότερη γυναίκα του και η απομάκρυνση από το παιδί τους έχει πετρώσει τον ήδη δύσκολα προσεγγίσιμο κόσμο του. Όταν ξαφνικά εκείνη γυρίσει πίσω με το νέο της σύζυγο, που έχει υιοθετήσει το παιδί τους, ο «κύριος» θα αναγκαστεί να βγει από τη σιωπή και θα προσπαθήσει να μιλήσει. Στο τετ-α-τετ των δύο συζύγων ανοίγονται όλα τα θέματα του Στρίντμπεργκ και η αυτοβιογραφικότητα του κειμένου δεν μπορεί πια να κρυφτεί.

Στο θέατρο της «Άσκησης» το σώμα μιλά πάνω σε μια φωνή που φτιάχνει ηχητικά πλαίσια και μ’ αυτόν τον τρόπο σκιαγραφεί σχέσεις και συναισθήματα –αξίζει να δει κανείς πώς αναδεικνύεται το μητρικό-ερωτικό συναίσθημα της νεαρής ανηψιάς του «κυρίου» προς τον θείο της, πώς σκιαγραφείται η ανησυχία της, μια σκιά θυμού και η επιστροφή στην αποδοχή και τη φροντίδα. Πλούσια και μαγική η φωνή της έμπειρης σοπράνο Τζένης Δριβάλα, δεν σχολιάζει απλώς τραγουδώντας τους μελοποιημένους στίχους του Ρίλκε αλλά ξαναγράφει τις εντάσεις, προσφέροντάς τις στο θεατή μέσα από μια άλλη οπτική, περισσότερο πνευματικές, βαθύτερα σμιλεμένες, γι’ αυτό και πράγματι λυτρωτικές. Στα πρόσωπα των ηθοποιών μάσκες από Maalox θυμίζουν την εποχή μας. Πώς αντιστέκεται κανείς στη χυδαιότητα και τον τρόμο; Ο δρόμος για να συναντήσουμε τον άλλον περνά από μέσα μας, αλλά αυτό το ταξίδι είναι δύσκολο και μακρύ. Η αγάπη είναι περίσσεια, όχι υστέρημα. Τότε μόνο απλώνεται στοχευμένη, ευεργετική και ανατρεπτική.

Αξιέπαινες οι ερμηνείες όλων των υποκριτών: Γιώτα Aργυροπούλου, Χρήστος Βελιάνο, Άλκης Ζούπας, Ελένη Γαρυφαλλή, Αϊλήν Καϊμακίδη και Γιάννης Μπόγρης. Ορθώς έπραξε ο Περικλής Μουστάκης και επέστρεψε στην υποκριτική. Ευαίσθητη και με γνώση η μουσική δουλειά του Τηλέμαχου Μούσσα. Εύγλωττες οι λύσεις των σκηνικών της Μαρίζας Παγκάκη και των φωτισμών του Γιάννη Φώτου.

 

Μαρώ Τριανταφύλλου