
ΚΡΙΤΙΚΕΣ - America Hurrah
Αναζητώντας την ταυτότητα - ΕΛΕΝΗ ΠΕΤΑΣΗ
περιοδικό ΤΕΧΝΗ+ζωή (η ναυτεµπορική)
ΜΙΑ ΝΕΑΝΙΚΗ οµάδα περφόρµανς κάνει την έκπληξη, ανεβάζοντας το δύσκολο έργο «America Hurrah», του Ζαν Κλοντ Βαν Ιταλί, στο θέατρο Ασκηση.
Η δεκαετία του '60 µας δίνει ξανά ένα µάθηµα. Ένα αιρετικό έργο και µια άναρχη παράσταση, που γεννήθηκαν µέσα στο βίαιο αναβρασµό εκείνης της εποχής, έρχονται ν'ακουµπήσουν στην κοινωνικοπολιτική κρίση των ηµερών µας, να υπενθυµίσουν την καταγωγή κάποιων θεατρικών πειραµατισµών και ταυτόχρονα να καταδείξουν πως «όλα» - εις µάτην - έχουν ειπωθεί.
Το «America Hurrah» αποτελείται από τρία µονόπρακτα (Ακρόαση - µια φούγκα για οκτώ ηθοποιούς, «TV» και «Moτέλ» - µια µασκαράτα για τρεις ηθοποιούς), εκ των οποίων τα δύο («Ακρόαση» και «Μoτέλ») πρωτοπαρουσιάστηκαν στο νεοϋρκέζικο «La Mama Experimental Theatre Club» της Ελεν Στιούαρτ την περίοδο 1964-65. Σ' αυτή την παράσταση τη σκηνοθεσία υπέγραψαν ο Michael Kahn και ο Peter Feldman, ενώ τις εµπνευσµένες µάσκες σχεδίασε ο Robert Wilson. Ένα χρόνο αργότερα ανέβηκε ως τριλογία στο Pocket Theater της Νέας Υόρκης και στη συνέχεια ταξίδεψε σε πολλά πρωτοποριακά θέατρα της Ευρώπης - από το Royal Court Theatre του Λονδίνου (1967) µέχρι το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν (σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη το 1972). Στην Αγγλία, µάλιστα, η ανατρεπτική του φόρµα και το προκλητικό του περιεχόµενο σκόνταψαν πάνω στη λογοκρισία που εµπόδισε προγραµµατισµένη παράστασή του σε κεντρικό θέατρο του West End.
Και αν τότε το έργο θεωρήθηκε «κάτι πολύ παραπάνω από µια απλή θεώρηση του αµερικανικού τρόπου ζωής» (Time Magazine), υποχρεώνοντας τους εφησυχασµένους να έρθουν «πρόσωπο µε πρόσωπο µε τη βία στις Ηνωµένες Πολιτείες» (Newsweek), τώρα, όσα περιέγραψαν οι New York Times αποτελούν κοινό τόπο: «Μέσα απ' την κακοφωνία των εκκωφαντικών θορύβων της πόλης… µέσα από το ακατάσχετο βουητό των ηλεκτρονικών συσκευών που µας περικυκλώνουν, τους διαπεραστικούς ήχους από τα βραδινά δελτία ειδήσεων και τα ουρλιαχτά από το θρίλερ που ακολουθεί…» ο Ζαν Κλοντ Βαν Ιταλί καταγράφει, χωρίς ηθικοπλαστική διάθεση, όλα αυτά που ο σηµερινός άνθρωπος δέχεται ως το φυσικό του περιβάλλον.
Αυτόν τον θλιβερό άνθρωπο - ή µάλλον επτά «εκπροσώπους» της παγκόσµιας ανθρωπογεωγραφίας, που φτάνουν στο οριακό σηµείο να µετασχηµατίζουν ακόµα και τη µουσική σε θόρυβο - εκθέτει η περφόρµανς της άγνωστης νεανικής οµάδας Άσκηση.
Μια οµάδα ταλαντούχων ηθοποιών που προπονήθηκε µε εξαιρετική φροντίδα από τον Περικλή Μουστάκη, αποδίδοντας καίρια τα κατακερµατισµένα κείµενα του Ζαν Κλοντ Βαν Ιταλί και κυρίως τη σωµατική τους έκφραση, καθώς στη συγκεκριµένη δραµατουργία του η µάσκα και η κίνηση έχουν τον πρώτο λόγο. Ασκηµένοι σαν άριστοι χορευτές οι επτά πρωταγωνιστές (Βιβή Πινιώτη, Μιχάλης Μαθιουδάκης, Ελένη Κουβακά, Σώζων Μπέσης, Ελένη Μαούνη, Φιντέλ Ταλαµπούκας, Ελισάβετ Λουµπαρδιά) διεκδικούν απεγνωσµένα τη χαµένη τους ταυτότητα, βουλιάζουν σε καταναλωτικούς πειρασµούς, χάνουν τον προσανατολισµό τους, µένουν άνεργοι, εξευτελίζονται, επιδίδονται σε σεξουαλικές «απολαύσεις», πάνε σε πάρτι, κοιµούνται σε µοτέλ, µας κερνάνε µπιφτέκια µαζί µε κόκκινο κρασί, συναλλάσσονται µε κούκλες, καταστρέφουν, αυτοκαταστρέφονται και πεθαίνουν στην πιο «ακατάλληλη στιγµή».
Η άρτια ρυθµισµένη σκηνοθεσία (µοναδικό της µειονέκτηµα η αδικαιολόγητη µεγάλη διάρκεια κάποιων σκηνών), το λιτό σκηνικό πλαισιωµένο µε εµβληµατικά αντικείµενα του καταναλωτικού πολιτισµού, οι µάσκες και οι γκροτέσκο κούκλες (Άγγελος Αγγελής), οι θαυµάσιοι φωτισµοί (Αλέκος Αναστασίου) και τα εύστοχα µουσικά ακούσµατα (επιµέλεια Τόλη Κροµµυδά), συνθέτουν µία από τις πιο ενδιαφέρουσες θεατρικές καταθέσεις της χρονιάς.