ΚΡΙΤΙΚΕΣ - Ο Βυσσινόκηπος
 

Ο Τσέχοφ ως θέατρο του παραλόγου - ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

 

Για πολλούς λόγους η παράσταση του «Βυσσινόκηπου» από την οµάδα Ασκηση δεν πρέπει να µείνει ασχολίαστη. Κατ' αρχάς γιατί µεταφέρει µια ανατρεπτική προσέγγιση του Ρώσου συγγραφέα, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει επιβληθεί στις διεθνείς πρωτοποριακές σκηνές. Δεύτερον, γιατί επεκτείνει την εργασία µιας πολύ ιδιαίτερης θεατρικής οµάδας, αποδεικνύοντας την αφοσίωσή της στις προγραµµατικές της δηλώσεις. Τρίτον, γιατί αποτελεί µια αντιφατική και εκκωφαντική για τα ελληνικά δεδοµένα παρουσίαση

ενός κλασικού έργου εν γένει.

Ο πειραµατισµός της οµάδας γύρω από την ανάπτυξη µιας υποκριτικής µεθόδου που οδηγεί τον ηθοποιό σε υψηλή ενέργεια και συµµετοχή παρουσιάστηκε δυο χρόνια πριν µε το «America Hurrah». Φέτος όµως επεκτάθηκε µε την καθοδήγηση του Περικλή Μουστάκη σε έναν χώρο περισσότερο περιχαρακωµένο και επικίνδυνο. Μετατρέποντας τον «Βυσσινόκηπο» σε ένα είδος «Chekhov Hurrah», η σκηνή της οµάδας αποκτά τη λειτουργία ενός εργαστηρίου δραµατουργικής µετάλλαξης και αποκάλυψης. Τα πρόσωπα του

τσεχοφικού δράµατος χάνουν την προστατευτική επιδερµίδα και τη σκευή του ρεαλισµού τους, για να εµφανιστούν µπροστά µας «Ο Βυσσινόκηπος» όπως τον

κραυγαλέα και απροστάτευτα, ανέβασε ο Περικλής Μουστάκης

Για να είµαστε όµως ξεκάθαροι: η πρόταση στο υπόγειο θεατράκι της οµάδας θέλει κοινό εξοικειωµένο µε τον Τσέχοφ και τον «Βυσσινόκηπο», που διαθέτει υποµονή και

ψάχνει το διαφορετικό. Που θα γνωρίζει ότι θα παρακολουθήσει πριν απ' όλα µια συζήτηση του ίδιου του θεάτρου µε τον εαυτό του, µε τα µέσα και τα όριά του.

Σε αυτό το πλαίσιο έρευνας, ο «Βυσσινόκηπος» παίζεται ανεστραµµένος, σαν να φορούν οι ηθοποιοί το κοστούµι του ρόλου µε τη φόδρα προς τα έξω. Αυτό που ξενίζει

στις ερµηνείες και εκλαµβάνεται -λαθεµένα κατά την άποψή µου- σαν υστερία είναι η κρίση του ψυχολογισµού και η κατάργηση της αληθοφάνειας στη συµπεριφορά των

προσώπων, που καταλήγει στο γκροτέσκ. Στον Τσέχοφ υπάρχει πράγµατι ένα ψυχολογικό παραξένισµα, ερµηνεύεται όµως µέσα από µια βαθιά κατανόηση των αιτιών που

ορίζουν τη στάση και δίνουν τα κίνητρα.

Η λογική συνέχεια στον Τσέχοφ είναι λεπτή και τεθλασµένη. Εδώ, στην παράσταση της Ασκησης, ακολουθεί µια δική της συνειρµική ακολουθία, ελεύθερη και απερίσκεπτη.

Το πράγµα θυµίζει δίκαια το θέατρο του παραλόγου, και ιδιαίτερα τον Μπέκετ. Είναι προφανές ότι η παράσταση έχει δεχτεί δάνεια από την οπτική του, όπως οφείλει πολλά

στο τσίρκο, την κλοουνερί και το βωβό κινηµατογράφο.

Γοητευτική και -µοιραία- αµφιλεγόµενη προσπάθεια. Η υπερρεαλιστική διάθλαση του έργου που προτείνει είναι σίγουρα ενδιαφέρουσα. Το συνεχές όµως κρεσέντο δεν

αποδίδει, όπως δεν γίνεται αντιληπτός ύστερα από λίγο ο διαρκής θόρυβος. Και υπάρχουν στιγµές που ο πειραµατισµός µοιάζει να επιτηδεύεται, να γυρνά πλάτη στο κοινό

και το έργο, δίνοντας την εντύπωση αθλητικής περφόρµανς.

Κι όµως, όταν λειτουργεί ποιητικά το ανοιχτό παιχνίδι της οµάδας οδηγεί σε αξιοσηµείωτα αποτελέσµατα. Μεταφέρω ένα: Στην τελευταία σκηνή, το παιχνίδι έχει πια

ολοκληρωθεί και οι ηθοποιοί έχουν µατώσει (κυριολεκτικά) για τον Τσέχοφ. Ποιος όµως θα σηµάνει το τέλος της δοκιµασίας; Σίγουρα όχι αυτοί, καθώς η υπόκλιση µοιάζει

αυτή τη φορά µε αναίρεση της ειλικρίνειάς τους. Η παράσταση καταλήγει έτσι σε διαρκή εκκρεµότητα, µε τον θεατή να αναλαµβάνει την ευθύνη της διακοπής µπροστά σε

ένα ταµπλό καθηλωµένων τσεχοφικών αντι-ηρώων.

Δεν µπορούν να γραφτούν αρκετά για την πολλαπλή καταπόνηση των ηθοποιών της οµάδας, για την άριστη φυσική κατάσταση και την αφοσίωσή τους. Ελπίζω να

πιστεύουν βαθιά σε ό,τι κάνουν και να προσέχουν τον εαυτό τους: η άσκησή τους είναι εκτός από επίπονη και επικίνδυνη.