ΚΡΙΤΙΚΕΣ - Ο Βυσσινόκηπος
 

 

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΓΙΑ ΑΠΑΙΤΗΤΙΚΟΥΣ ΘΕΑΤΕΣ - ΜΑΡΩ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Εποχή

 

Δεν είχε τύχει να δω το "America Hurrah", που παιζόταν για δύο χρόνια στο οµώνυµο θέατρο, πίσω από το Πάντειο και είχα παρακολουθήσει ελάχιστα την αρθογραφία για την παράσταση. Δεν ήξερα την οµάδα "Άσκηση" και τη φιλοσοφία του θεάτρου που πρεσβεύει. Έτσι, όταν πριν από λίγες µέρες ανηφόρισα µε µερικούς φίλους στο θέατρο "Άσκηση" για να δω το "Βυσσινόκηπο" του Τσέχωφ, πήγαινα µε εντελώς παρθένα µατιά και δεν ήξερα τι ακριβώς να περιµένω. Ο Τσέχωφ είναι από τους πιο αγαπηµένους µου συγγραφείς και ο "Βυσσινόκηπος" από τα έργα του που µε συγκινούν αφάνταστα. Πρέπει να τον έχω δει πάνω από είκοσι φορές, στην Ελλάδα και το εξωτερικό και θα µπορούσα να τον δω άλλες τόσες και ακόµα περισσότερες. Στο "Βυσσινόκηπο" (1903) περισσότερο από κάθε άλλο έργο του δηµιουργού, φαίνεται η δυσκολία, η αδυναµία πολλές φορές των ανθρώπων να συνειδητοποιήσουν τις αλλαγές στο κοινωνικό περιβάλλον και τον καταλυτικό ρόλο που παίζουν στην προσωπική τους ζωή. Αγαπηµένο θέµα του Τσέχωφ η αδυναµία κυρίως των αριστοκρατών να δεχτούν πως η Ρωσσία µεταµορφώνεται, νέοι τρόποι παραγωγής επιβάλλονται, νέα κοινωνικά στρώµατα έρχονται στο

προσκήνιο, ο παλιός κόσµος καταρρέει.

Εδώ δύο αδέλφια, κυρίως η γυναίκα, δεν µπορύν να δεχτούν αυτές τις αλλαγές και προτιµούν να χάσουν το βυσσινόκηπό τους, ένα υπέροχο κτήµα µε βυσσινιές. Τι είναι αυτός ο βυσσινόκηπος; Ένα σύµβολο του παλιού κόσµου, µια κιβωτός της αριστοκρατικής παράδοσης, η οµορφιά για την οµορφιά, συµπύκνωση της µνήµης ενός κόσµου που χάνεται; Οι ήρωες του Τσέχωφ, Ρώσοι ως το κόκαλο, γι' αυτό και µπορούν να είναι οικουµενικοί, όπως έχουµε ξαναγράψει, αφήνονται έρµαια στις καταστάσεις, δεν αντιδρούν πραγµατικά, δεν αναλαµβάνουν τις ευθύνες της ζωής τους, δεν συγκρούονται µε αυτό που συµβαίνει. Σχεδόν µας εκνευρίζουν µε τις εµµονές και την αναποφασιστικότητά τους. Ως εκ τούτου δεν έχουν τραγικότητα. Μένουν στην επιφάνεια των πραγµάτων χωρίς να το συνειδητοποιούν, ζουν τα µικρά, ανεπαρκή δράµατα της καθηµερινότητάς του ο καθένας και προβάλλουν τη ζωή τους µε µια σοβαρότητα που καταντά κωµική. Ο Τσέχωφ τους συµπονά, τους κατανοεί αλλά δεν τους λυπάται και δεν τους συγχωρεί. Είναι ανελέητος µαζί τους. Η µατιά του, κοφτερή και διεισδυτική, αποκαλύπτει χωρίς φανφάρες και υπερβολές, τις ψευδαισθήσεις τους και τις αιτίες τους. Γι' αυτό ο ίδιος θεωρούσε τα έργα του κωµωδίες. Κι ως τέτοιες πρέπει να αντιµετωπίζονται.

 

Κωµωδία ή τραγωδία

Αυτό µας οδηγεί σε ένα βασικό ερώτηµα: πώς πρέπει να παίζεται ο Τσέχωφ; Και η παράσταση του Μουστάκη έθεσε ακριβώς αυτό το ερώτηµα. Είναι αλήθεια πως είθισται τα τσεχωφικά έργα να ανεβαίνουν δραµατικά, µε ιδιαίτερη φροντίδα στους χαρακτήρες, στις ψυχολογικές συγκρούσεις, στην ανασφάλεια,τα σκοτεινά στοιχεία τους. Με έµφαση επίσης στην ταξική διάσταση των χαρακτήρων και τις κοινωνικές συγκρούσεις που υποβόσκουν στις προσωπικές αντιπαραθέσεις. Το κωµικό στοιχείο τότε υπεισέρχεται, όπως στις αρχαίες τραγωδίες, µε µια διακριτική πινελιά, ευχάριστα γκροτέσκα, είναι η συµπεριφορά ενός λαϊκού προσώπου, ενός υπηρέτη, για παράδειγµα, ή ενός µικροαστού που µαϊµουδίζει τρόπους της αριστοκρατίας. Αυτή η προσέγγιση έδωσε λαµπρές παραστάσεις, αλλά άφησε αρκετά ανεκµετάλευτο το αστείρευτο ορυχείο του κωµικού, στοιχείο προκλητικό και επικίνδυνο. Ο άλλος τρόπος είναι ακριβώς να στηριχτεί ο σκηνοθέτης στην κωµική πλευρά. Εδώ χρειάζεται ακόµη µεγαλύτερη προσοχή, γιατί, αν δεν τηρηθούν οι  δύσκολες ισορροπίες, παραµονεύει ο κίνδυνος της ευτέλειας, κάποτε και της γελοιοποίησης.

Ο Περικλής Μουστάκης κινήθηκε στη δεύτερη πλευρά. Και έστησε µια παράσταση αναιδή, προκλητική, ιερόσυλη, ανενδοίαστη, γενναία. Ο τρόπος που δούλεψε είχε τη δηµιουργική αλαζονεία - και ας µη φανεί παράξενη η αναλογία για µια τόσο σύγχρονη παράσταση - του αναγεννησιακού καλλιτέχνη, µόνο

ανεστραµµένη. Εκείνος ζωγράφιζε το σκελετό, σε άλλο σκίτσο πρόσθετε τους µυς, έπειτα, σε νέο σκίτσο, έβαζε πάνω στους µυς τις σάρκες, και τέλος έντυνε

τη φιγούρα µε φορέµατα. Ο Μουστάκης έκανε το ίδιο, πηγαίνοντας από τα ρούχα προς το σκελετό. Pour en finir avec les chefs-d' oeuvres? κατά τον Αρτώ; Μάλλον όχι. Περισσότερο για να τελειώνουµε µε ένα σεβασµό που ξεµπερδεύει τις υποχρεώσεις του στη θεατρική παράδοση µε την εµµονή στη µουσειακότητα.

 

Το άρρητο και η έκπληξη

Εν προκειµένω, ο λόγος έχασε την προτεραιότητά του, για την ακρίβεια ο θόρυβος των φωνών κάλυπτε το λόγο, που εκφερόταν απνευστί ή µε στιλιζαρισµένα ουρλιαχτά. Τα πρόσωπα (µε τη βοήθεια του ανάλογου µακιγιάζ που επιµελήθηκε µε κέφι και φαντασία ο Άγγελος Μέντης και η Μαρία Ηλία) έγιναν καρικατούρες, κλοουνίστικες φιγούρες που στροβιλίζονταν ακροβατικά και δαιµονισµένα στη σκηνή, καλώντας τον θεατή ανά πάσα στιγµή να βάλει φωτιά στη σοβαροφάνεια και να ενταχτεί δηµιουργικά σε ένα πανηγύρι αισθήσεων και εκπλήξεων, που δεν τον άφηναν στιγµή να επαναπαυθεί και να απολαύσει. Οι ηθοποιοί ήταν και δεν ήταν οι ήρωες του Τσέχωφ. Ενέπαιζαν τους ήρωες, ενέπαιζαν και τον εαυτό τους που τους ενσάρκωνε, πολεµούσαν την παράδοση, γνωρίζοντάς την όµως βαθιά. Οµοίως, ο θεατής της δουλειάς τους πρέπει να ξέρει το κείµενο για να γευτεί πραγµατικά τους χυµούς της.

Η οµάσα "Άσκηση" αξίζει κατ' εξοχήν το χαρακτηρισµό της οµάδας. Αλλιώς αυτό το άναρχο και το ξέφρενο που δηµιούργησαν πάνω στη σκηνή, θα γινόταν µια θλιβερή και επιδεικτική "σούπα". Οι ηθοποιοί, στο σύνολο τους, έδειχναν να έχουν δυνατότητες που φάνταζαν άπειρες. Μπορούσαν να κάνουν το σώµα τους ό,τι ήθελαν, αλλά έκαναν µε το σώµα τους αυτό ακριβώς που έπρεπε. Υπάκουσαν στα κελεύσµατα της οµαδικότητας, όντας µικρές ατοµικές εκρήξεις σηµασίας. Σώµατα που έπαιζαν µε τον λόγο, τον πολτοποιούσαν, χόρευαν το λόγο, τον τραγάνιζαν, τον αλλοίωναν, ο λόγος έπαυε να υπάρχει, κατέρρεε µαζί µε τον κόσµο που τον εξέφερε, πήγαιναν πέρα από αυτόν, κάτω ή πάνω δεν έχει σηµασία, κουβαλώντας το σκοτεινό άρρητο µέσα από το οργιαστικό, το άγριο, το γελοίο.

Το ανορθόδοξο που τροµάζει. Θύµιζαν, κατά ένα τρόπο, τη ρήση του Πικασό: "Υπήρξα πολύ καλός ζωγράφος, µου πήρε χρόνο να µάθω να ζωγραφίζω σαν τα παιδιά". Ηθοποιοί που θα µπορούσαν να είναι συγκλονιστικά ρεαλιστικοί αλλά ακολούθησαν ηθεληµένα άλλους δρόµους. Δύσκολους δρόµους. Η εκκωφαντική µουσική, (µουσική επιµέλεια - πολύ επιτυχής - της Βασιλικής Λεοντάρη), τα σαρκαστικά κοστούµια (έξυπνη δουλειά και µε ύφος από τον Άγγελο Αγγελή) και οι απότοµοι φωτισµοί (πολύ καλή δουλειά του Παναγιώτη Μανούση) συµπλήρωναν δηµιουργικά, συµβάλλοντας σε µια παράσταση αποκαθηλωτική και ιλλιγγιώδη.

Ο Βυσσινόκηπος του Μουστάκη και της οµάδας "Άσκηση" αποδόµησε διαλεκτικά την παράσταση και το έργο. Είναι καθαρό θέατρο. Δεν έχει µήνυµα. Δεν θέλει

να πει. Δεν ερµηνεύει. Πρόκειται για ανοιχτή διαδικασία στην οποία σε καλεί αδιάκοπα να µπεις και να γίνεις µέρος τη. Αν θέλεις.

Η παράσταση αυτή δεν τελειώνει ποτέ. Τα φώτα χαµηλώνουν, οι ηθοποιοί αντί για υπόκλιση επαναλαµβάνουν νευρικά ξανά και ξανά τις ίδιες κινήσεις. Η έξοδος είναι εκεί. Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Να φύγεις ή να µείνεις. Δυστάζεις να αποχωρήσεις, τροµάζεις, νιώθεις αµήχανα, κάτι συµβαίνει. Συµβαίνει. Αυτό. Συµβαίνει. Διάδροµοι ανοίγονται, ψάχνει κανείς στο µισοσκόταδο το διπλανό του, ρωτάει µε τα µάτια, "τελείωσε;", "τώρα τι κάνουµε;", κι αυτό το πρώτο πληθυντικό κραταιό και εξαντλητικό, ηρωικό και αµήχανο, τροµακτικό και υπέροχο, απορητικό και υποσχετικό, είναι το άλλο µεγάλο κέρδος από την παράσταση.
 

Υ.Γ. Θα ήθελα να αναφέρω µε αλφαβητική σειρά τα ονόµατα των ηθοποιών, όπως έπαιξαν στην παράσταση της 21-10, που την Ε.Λουµπαρδιά (Ντουνιάσα)

και Μ.Περγιουδάκη (περιπλανώµενος) αντικαθιστούσαν οι Φωτεινή Καπή και Θ.Κουβούσης αντιστοίχως:. Όλοι άξιοι και ίσοι: Γ.Ιωάννου, Θ.Κουβούσης,

Στ.Λώλος,Ε.Μαούνη,Στ.Μαρµαγγέλου,Σ.Μπέσης,Κ.Παπαθεοδώρου,Λ.Σπετσιέρης,ΔώραΣτυλιανέση,Φ.Ταλαµπούκας και ο µικρός Ν.Κασιδάκος, που ερµηνεύει

το νεκρό γιο της κεντρικής ηρωίδας. Μέσα από τα µάτια του βλέπουµε τα πάντα.