
ΚΡΙΤΙΚΕΣ - Επισκέψεις
Ένα φιλοσοφικό κείµενο του Ζαν Λικ Μαριόν συναντά ένα ποίηµα του Εµπειρίκου (ΜΑΡΩ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ)
«Τα σπλάχνα µου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν». Είχα στο νου το στίχο του Σολωµού από το Γ΄ Σχεδίασµα των Ελεύθερων Πολιορκηµένων όση ώρα παρακολουθούσα
την παράσταση «Επισκέψεις», της οµάδας «Άσκηση». Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Περικλής Μουστάκης ανέβασε στη σκηνή δύο κείµενα που, σε µια πρώτη ανάγνωση,
δύσκολα µπορούν να συνοµιλήσουν: τη φιλοσοφική πραγµατεία «Το ερωτικό Φαινόµενο» του Γάλλου φιλοσόφου Ζαν Λικ Μαριόν και το ποίηµα του Ανδρέα Εµπειρίκου
«Πολλές φορές τη νύχτα» από τη συλλογή «Οκτάνα». Πώς µπορούν άραγε τα δύο κείµενα να επισκεφτούν το ένα το άλλο καθώς θέλει ο προσεκτικά επιλεγµένος τίτλος της
παράστασης;
Η παράσταση ξεκινά. Πίσω από µια διάφανη κουρτίνα, που υπενθυµίζει αδιαλείπτως την έννοια του θεάµατος, µε την έννοια του ορωµένου αλλά και του ορώντος, µερικοί
από τους υποκριτές χαράσσουν µανιωδώς νοερά τετράγωνα που περιχαρακώνουν τον προσωπικό τους χώρο, το εύθραυστο «εγώ» που σε λίγο θα χαθεί στους δαιδάλους
των περί έρωτος και αγάπης αναζητήσεων. Το βασικό ερώτηµα του κειµένου του Ζαν Λικ Μαριόν φθάνει σχεδόν τροµαχτικό στ’ αυτιά του θεατή: «Μ’ αγαπούν άραγε;»
Ερώτηµα κατακλυσµιαίο, παίρνει οντολογικές διαστάσεις.
Ουκ οίδ’ ότι θέλω *
«Η αγάπη είναι ο φόβος που µας ενώνει µε τους άλλους» κατά τον Αναγνωστάκη. Λέει ο Μαριόν: «Το µίσος που έχουµε ο καθένας για τον εαυτό του µας ενώνει
πρωταρχικότερα απ’ όσο µας χωρίζει το µίσος καθενός για τους άλλους. Από την αξίωση του καθενός για την αγάπη του εαυτού του προκύπτει το µίσος όλων για όλους και
καθενός για τον εαυτό του». Η διάφανη κουρτίνα σηκώνεται, τίποτε πια δεν χωρίζει το θεατή από τα τεκταινόµενα επί σκηνής. γίνεται αργά κι ανοµολόγητα µέρος τους. Τα
γυµνά σώµατα των ηθοποιών οργώνουν τώρα τη σκηνή, που είναι χωρισµένη στα δυο: µπροστά ο µεγάλος χώρος της πραγµατικότητας και πίσω ο κόσµος του ονείρου, ο
απογυµνωµένος από τις συµβάσεις κόσµος, σκληρός, άγριος, εγωιστικός. Οι υποκριτές µπαινοβγαίνουν στους δύο χώρους µέχρι που τα σύνορά τους θα καταργηθούν. Και
τότε θα λάβει χώρα ένα αυτοφαγικό όργιο. Αποµονωµένοι, ο καθένας στα όρια του εαυτού του, οχτώ άνθρωποι χωρίς καµιά κοινωνική σήµανση πάνω τους, χωρίς την
πολύπλοκη σηµειολογία των ενδυµάτων, τρέφουν το σώµα τους µε το σώµα τους και τρέφονται από το σώµα τους. Νοµίζω πως σπάνια µπορεί να δει κανείς τόση οµορφιά
και τόση αγριότητα µαζί, τόση απελπισία, τόσο φόβο, τόση µοναξιά, και ένα τέτοιο τεράστιο αλλά αναπόδοτο αίτηµα, όσο σε αυτή τη σκηνή που µια γυναίκα θηλάζει το πόδι
της µε το µαστό της, κρατώντας το στην αγκαλιά της όπως µια µάνα κρατά το παιδί της και το τρέφει, µε την ηδονή που µια µάνα κρατά το παιδί της και το τρέφει, ενώ
δίπλα της κάποιοι άλλοι κόβουν κοµµάτια από το σώµα τους για να τα φάνε. «Η µεγαλύτερη ευτυχία» λέει ο Λοτρεαµόν στο Πρώτο από τα Άσµατα του Μαλντορόρ, «είναι
να καταστρέψει κανείς µια ανθρώπινη ύπαρξη και µαζί να αγαπηθεί από την ίδια».
«Μ’ αγαπούν άραγε;». Ο Μαριόν δεν ρωτά τι είναι αγάπη. Μεταθέτει το κέντρο του ερωτήµατος σε ένα υποκείµενο που αναζητά απεγνωσµένα να γίνει αγαπώµενο
αντικείµενο. Αν, για την υπαρξιστική σκέψη, η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, ο Μαριόν αντιπαραθέτει πως η αγάπη προηγείται όλων και µάλιστα πως δεν πρέπει κανείς να
διστάζει να µπαίνει µε ευψυχία στην περιπέτεια της αγάπης, χωρίς καν να περιµένει την ανταπόδοση, χωρίς καµιά αναµονή αµοιβαιότητας, κι αυτό ακριβώς κάνει το
ερώτηµα ακριβό, τραγικό και επίκαιρο.
Δύο µοι νοήµατα
Για το κείµενο του Μαριόν, ο Μουστάκης διάλεξε µια εικονοποίηση που ερµήνευε ποιητικά -µε την πολλαπλή σηµασία της λέξης- το φιλοσοφικό λόγο, στο ποίηµα του
Εµπειρίκου, αντιθέτως, διάλεξε µια σχεδόν ρεαλιστική εικονοποίηση. Ερµήνευσε ο ίδιος το «Πολλές φορές τη νύχτα». Δηµιούργησε ένα ανδρόγυνο σώµα για να εκφέρει τον
ποιητικό λόγο -το αντρικό σώµα ενδεδυµένο τη στολή µιας αστής κυρίας µε ό,τι κουβαλά πίσω της η επιλογή, συντηρητισµό και υποκρισία κυρίως- σε καταφανή αντίθεση µε
τα προηγούµενα, ακολουθώντας την εµπειρίκεια ειρωνεία στην κατάδειξη των συµβάσεων και των ψευδών της αστικής τάξης. Η σκηνική υλοποίηση των εικόνων του
Εµπειρίκου ακολουθούσε κατά γράµµα τις περιγραφές του ποιητή.
Ποιος είναι ο τόπος συνάντησης των δύο κειµένων, που µε µια πρώτη µατιά µοιάζουν διαµετρικά αντίθετα; Ποια µυστικά νήµατα βρήκε η παράσταση για να τα συνδέσει
µεταξύ τους και γιατί µε αυτήν την σειρά; Τα ερωτήµατα µε βασάνιζαν µέρες.
Ο τόπος του γεγονότος είναι το σώµα, πάνω σ’ αυτό εγγράφεται η ιστορία. Είναι ο τόπος της ηδονής και ο τόπος της τιµωρίας. Ο τόπος της νοσταλγίας, της µνήµης και της
αναµονής. Πάνω του εγγράφεται το παρελθόν και το παρόν, πάνω του εγγράφεται το µέλλον. Στο σώµα εδρεύει η ζωή και ο θάνατος, η ελπίδα και η απελπισία. Αυτό είναι
το όριο αλλά και σ’ αυτό κατοικεί το ανθρώπινο θαύµα, κατάρα µαζί και ευλογία. Ποιος είπε πως το δέρµα είναι το µεγαλύτερο βάθος; Στην προβληµατική του σώµατος,
λοιπόν, συναντιούνται τα δυο κείµενα και αυτό είδε η «Άσκηση» καθώς τα παρέθετε γραµµικά και όχι εµπλέκοντάς τα -ούτε ως προς το κειµενικό µέρος ούτε ως προς τη
θεατρική φόρµα. Χωρίς το σώµα, χωρίς την υλικότητα του σώµατος τίποτε, ούτε νους ούτε πάθος ούτε ανάταση µπορεί να υπάρξει.
Ο Μαριόν λεπτουργεί τους στοχασµούς του για την αγάπη, ο Εµπειρίκος επεξεργάζεται, χωρίς να αλλοιώσει στην ουσία του, το µάγµα των επιθυµιών, το πρωτογενές βίωµα
γίνεται αφειδώλευτος ποιητικός λόγος. Και η παράσταση βαδίζει από τις πιο λαβυρυνθώδεις νοητικές αναζητήσεις του φαινοµένου της αγάπης, στον καθαρό εµπειρίκειο
λόγο, το γυµνό λόγο της ποίησης. Ο ενήλικας απεκδύεται τον εαυτό του για να βρει τον οργίλο έφηβο, τον παραδοµένο στις ερωτικές φαντασιώσεις, τον εµµονικό µε τον
έρωτα. Όσο περνά η ώρα τις ηδονές του νου καλύπτει τεχνικά µια νοσταλγία της αθωότητας. Τότε που όλα είναι πρωτόγνωρα και όλα θέλεις να τα ζήσεις, αλλά να τα
κοροϊδέψεις, να τα σαρκάσεις, να τα καταστρέψεις και να τα ξαναφτιάξεις από την αρχή.
Έτσι µπορεί να απαντηθεί και ένα ακόµη ερώτηµα: γιατί ο Μουστάκης επέλεξε αυτή τη θεµατική; Μετά από το «America Hurray», τον «Βυσσινόκηπο» και ιδίως τα
«Παιχνίδια Σφαγής». Ο σκηνοθέτης και η οµάδα Άσκηση έχουν ένα ιδιότυπο, απολύτως αναγνωρίσιµο καλλιτεχνικό στίγµα. Διαπερνούν τα κείµενα µε ασέβεια και εντάσεις,
χωρίς την ανάπαυλα της σιωπής, χωρίς την χαλάρωση της σκιάς, της παύσης. Ένας προωθηµένος, ακραίος εξπρεσιονισµός που σαρκάζει ανελέητα την αστική ευπρέπεια και
την τέχνη της. Η κρίση των τελευταίων ετών είναι και κρίση αξιών -ίσως είναι πρωτίστως κρίση αξιών. Όταν βγούµε απ’ αυτήν την σκοτεινή και δύσκολη περίοδο, δεν θα
βγούµε αλώβητοι, ας βγούµε, όµως, τουλάχιστον σοφότεροι. Έχοντας κατανοήσει βαθιά την ανάγκη των αξιών και την αναγκαιότητα της υπεράσπισής τους. Και η αγάπη
είναι µια αξία. Εδώ και χρόνια δεν την άκουγα ούτε σαν λέξη -παρά σε θρησκευτικά περιβάλλοντα. Ο έρωτας την επισκίαζε. Σχεδόν φοβόταν κανείς να µιλήσει για αγάπη. Γι’
αυτό εντυπωσιάστηκα από ένα κείµενο που κυκλοφόρησε εκείνες τις δεκεµβριάτικες µέρες που ακολούθησαν την δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Επιγραφόταν
«Είµαστε τα παιδιά σας» και εκεί µε µεγάλα γράµµατα υπήρχε σαφώς, κυριολεκτικά εκπεφρασµένο το αίτηµα της αγάπης. Κι αυτή η παράσταση επικέντρωνε στο ίδιο αίτηµα,
καλώντας στην καταληκτική σκηνή σε ένα καθαρµό που θα µπορούσε κάποτε να επαναφέρει την χαµένη αθωότητα. Έτσι ιδωµένη η νέα δουλειά του Μουστάκη συναντά
τελικά το ροµαντισµό.
Τι κι αν σε µερικά σηµεία η πρόθεση θάµπωνε, οι εσωτερικές συνδέσεις δεν φαίνονταν καθαρά. Την παράσταση αυτήν την παίρνεις µαζί σου φεύγοντας, πλαισιωµένη από το
στίχο του παλαιοδιαθηκικού ποιητή: Κραταιά ως θάνατος αγάπη.
Οι αναγνώστες της στήλης µας έχουν κι άλλοι φορά ακούσει να επαινούµε την ποιότητα των ισάξιων µεταξύ τους ηθοποιών της «Άσκησης», που δηµιουργούν µια εξαιρετική
συλλογικότητα. Θα σταθούµε λίγο παραπάνω στους: Κωνσταντίνο Παπαθεοδώρου, Φιντέλ Ταλαµπούκα και την πολύτιµη Δώρα Στυλιανέση, µολονότι εξίσου σηµαντικοί
είναι και όλοι οι άλλοι, Γιάννης Μπόγρης, Μάριος Παναγιώτου, Ματίνα Περγιουδάκη, Ελίνα Σηφάκη και Έφη Τσαρουχά. Προσωπικά είχα πολλά χρόνια να δω τον Περικλή
Μουστάκη στη σκηνή και µε συγκίνησε ιδιαίτερα. Μακάρι να το κάνει συχνότερα. Καλή δουλειά στους φωτισµούς έκανε ο Παναγιώτης Μανούσης και σηµαντικός ο ρόλος της
µουσικής που επέλεξαν συλλογικά όλα τα µέλη της οµάδας.
*. Οι δύο µεσότιτλοι είναι τα δύο µέρη στίχου από σπάραγµα της Σαπφώς και σηµαίνουν µαζί: δεν ξέρω τι θέλω. Μέσα µου δυο έχω σκέψεις.