
ΚΡΙΤΙΚΕΣ - Η καταιγίδα
“Καταιγίδα”, μια αναφορά στην ταραγμένη ψυχή - ΕΙΡΗΝΗ ΑΪΒΑΛΙΩΤΟΥ
catisart.gr
Η εταιρεία θεάτρου «Άσκηση» ανεβάζει στο ομώνυμο θέατρό της το έργο του Άουγκουστ Στρίντμπεργκ, «Η Καταιγίδα». Γραμμένο το 1907, ανήκει στα “έργα δωματίου” που είχε γράψει ο Στρίντμπεργκ για το «Intima Teatern», που ίδρυσε την ίδια χρονιά. Ίσως το πιο αυτοβιογραφικό έργο του, χαρακτηρισμένο από πολλούς σαν ένα ψυχολογικό θρίλερ, με έντονα τα εξπρεσιονιστικά στοιχεία που διέπουν όλα τα έργα της τελευταίας περιόδου του μεγάλου δραματουργού. H «Kαταιγίδα» περιέχει τις ποσότητες μίσους, μονομανίας, ψυχολογικής οδύνης, απομόνωσης, καταπόνησης και μοναξιάς που χαρακτηρίζουν το συνολικό έργο του. Πρωταγωνιστής ακόμα ένας ήρωας του Στρίντμπεργκ που ζει με τις αναμνήσεις του, χωρίς αγάπη και φίλους, κλείνοντας λογαριασμούς με τους ανθρώπους. Ο ήρωας αυτός ξανασυναντά τη γυναίκα που χρόνια πριν αγάπησε και ύστερα εγκατέλειψε.
Μυστικά
To πρώτο που αντικρίζει o θεατής στη σκηνή είναι ένα λιλιπούτειο κουκλόσπιτο, σαν τα παιχνίδια που χρησιμοποιούσαν τα παιδιά στις βόρειες χώρες. Μικροσκοπικό και εύθραυστο με αντικείμενα – μινιατούρες γύρω του. Στο βάθος της σκηνής μια εγκατάσταση σε τρία επίπεδα που παραπέμπει στην κοινωνία του σπιτιού. Μπροστά σε κάθε επίπεδο μια κουρτίνα – αυλαία θυμίζει κουκλοθέατρο. Το κουκλόσπιτο όμως καμία σχέση με παιχνίδι δεν έχει. Καθότι είναι σκληρό, αβυσσαλέο και γεμάτο μυστικά, όπως η ψυχή του ανθρώπου. Ο πρωταγωνιστής ζει στο ισόγειο. Κάτω, είναι ο κόσμος της εργασίας, των ανθρώπων της καθημερινής δράσης, που δεν προλαβαίνουν να βυθιστούν στα ερέβη της υπαρξιακής φιλοσοφίας γιατί τους κυνηγούν τα προβλήματα. Πάνω, το άγνωστο, που όμως φέρνει το παρελθόν στο προσκήνιο και οδηγεί σε προστριβές και εντάσεις. Το φως δυνατό και ανελέητο διαχωρίζει και υπογραμμίζει τους χώρους δράσης. Η «Καταιγίδα» πλησιάζει.
Έργο απαιτητικό, σκοτεινό, απαισιόδοξο και σκληρό, από τα πλέον αλληγορικά του Στρίντμπεργκ, δεν ανεβαίνει συχνά στις σκηνές μας. Από το πλούσιο έργο του Σουηδού συγγραφέα προτιμώνται τρία-τέσσερα έργα και αυτά παριστάνονται συνήθως, όχι μόνο στο ελληνικό αλλά και στο παγκόσμιο θέατρο. Η «Καταιγίδα» ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το 1995, από τη Μάγια Λυμπεροπούλου, στο Θέατρο Τέχνης, με πρωταγωνιστές τον Γιώργο Λαζάνη, την Κάτια Γέρου και τον Περικλή Μουστάκη, που ασχολείται τώρα εκ νέου μαζί της ως ηθοποιός αλλά και σκηνοθέτης αυτή τη φορά.
To “Σιωπηλό Σπίτι”
Σε μια πολυκατοικία, που τη λένε «Σιωπηλό Σπίτι», τα δυσάρεστα αποσιωπώνται. Ανησυχητικά γεγονότα διαδραματίζονται πίσω από τους τοίχους και τα παράθυρά του. Στο υπόγειο ένας ζαχαροπλάστης έχει εγκαταστήσει το εργαστήριό του. Παρασκευάζει μαρμελάδες αλλά οι άοκνες προσπάθειές του δείχνουν να μην αποδίδουν. Στον πάνω όροφο μυστήριο επικρατεί. Οι ζωντανοί διαδέχονται τους νεκρούς και τίποτα δεν μένει σταθερό. Στο μέσον του «Σιωπηλού Σπιτιού» κατοικεί ο κεντρικός ήρωας του έργου αυτού, μόνος του αφότου άφησε την πολύ νεότερη σύζυγό του, επειδή τη στιγμή του γάμου τους, της είχε πει πως όταν η ηλικία του θα γινόταν βάρος για τη σχέση τους θα της έδινε την ελευθερία της. Αυτού του προσώπου δεν γνωρίζουμε το όνομα, όχι τυχαία, αλλά γιατί τώρα σ’ αυτή την ολοκληρωτική απέκδυση και αποδοχή του τετελεσμένου, σ’ αυτή την πορεία προς την εσωτερίκευση είναι έτοιμος να αποβάλει οποιοδήποτε προσωπείο εξατομικεύει τις επιθυμίες και τους δίνει υπόσταση. Στην απομόνωση που βυθίζεται, μόνη του παρηγοριά μια γυναίκα που ζει μαζί του δίχως η παρουσία της να υποδαυλίζει την επιθυμία. Ανιψιά και υπηρέτριά του. Μίσχος λεπτός με όνομα λουλουδιού. Λουίζ.
Καταφύγιο
Τη γυναίκα που άφησε την έλεγαν Γκέρντα. Γκέρντα στα αρχαία σκανδιναβικά σημαίνει καταφύγιο. Αυτό που δεν κατάφερε να βρει ποτέ της και περιπλανώμενη αναζητεί. Ο κύριος του σπιτιού και η σύζυγός του έμεναν στο σιωπηλό σπίτι πριν χωρίσουν. Έχουν περάσει πέντε χρόνια και η Γκέρντα επιστρέφει στην πολυκατοικία με το παιδί και το νέο της σύζυγο. Απελπισμένη και βουτηγμένη μέσα στη “φασαρία” των ενοχών της και της συνείδησής της. “Ποιος είναι που μπορεί να χτίσει ένα σπίτι; Το σπίτι το χτίζουν τα έργα του ανδρός και τα κρυφά αισθήματα των γυναικών”, λέει ο Ρίλκε και έτσι ο Κύριος και η Γκέρντα θα βρεθούν για μια τελευταία φορά σ’ αυτό το σιωπηλό σπίτι που μαζί έχτισαν πριν από χρόνια για να γίνουν οι αστραπές καταιγίδα και να επέλθει η γαλήνη, η κάθαρση. Να σταματήσει η συνείδηση να κατατρύχει από έμμονες ιδέες τη ζωή, να βρει η δικαιοσύνη την απονομή της και η αμφιβολία τη σιγουριά. Έτσι μπορεί η ψυχή να εγκαταλείψει το ενδιαίτημά της, ο Κύριος μπορεί να μετακομίσει, μπορεί όπως λέμε να εκδυμήσει εις Κύριον. “Το μέλλον είναι ακίνητο, αγαπητέ μου, κύριε Kappus”, γράφει ο Ρίλκε, “εμείς κινούμαστε στον άπειρο χώρο”. Tα πάθη φουντώνουν γι’ άλλη μια φορά, κάτω από κεραυνούς και αστραπές, με τη βροχή να καθαρίζει τον αέρα λυτρωτικά και τελεσίδικα.
Η γυναικεία μορφή της Τζένης Δριβάλα
Μέσα από τη μουσική του Alban Bergk, όπως την ξανακούει με τον τρόπο του ο Τηλέμαχος Μούσσας, και μέσα από τα μελοποιημένα ποιήματα του Reiner Maria Rilke, που ακούγονται εμβόλιμα και ζωντανεύουν υποβλητικά από την υψίφωνο Τζένη Δριβάλα, τη γυναικεία μορφή που διαπερνά ολόκληρη την παράσταση, ερχόμαστε σε επαφή με μια άλλη ανάγνωση του έργου. Κι έναν προβληματισμό. Πού συναντιέται σήμερα η εσωτερικότητα, με την εκχυδαϊσμένη πραγματικότητα; Πώς αμβλύνονται οι διαφορές, πώς ενώνονται τα σημεία; Η χρήση Maalox ως μάσκα θεατρική στην παράσταση, χαρακτηριστικό κομμάτι της εποχής που ζούμε, δίνει ένα στίγμα αντίστασης ή και επαφής. Η “Καταιγίδα” είναι μια αναφορά στην ταραγμένη ψυχή και στα αισθήματα καταδίωξης του μοναχικού βίου μας. Αρκεί όμως μια επιφανειακή σχέση με την εξωτερική πραγματικότητα, χωρίς εσωτερική βάσανο και αναμέτρηση με τα μύχια του εαυτού μας; Με αυτά τα ερωτήματα έρχεται να αναμετρηθεί η παράσταση, αναζητώντας όχι απαντήσεις, αλλά γόνιμες σκέψεις. Η κυρία Δριβάλα ιδιαίτερα μαγευτική παρουσία κατακτά το κοινό και πλημμυρίζει τη σκηνή με τη γοητεία της και την πλούσια, γεμάτη φωνή της.