ΚΡΙΤΙΚΕΣ - Παιχνίδια Σφαγής
 

Βιτριολικές αλήθειες - ΕΛΕΝΗ ΠΕΤΑΣΗ

Ναυτεμπορική
 

Στην παράσταση «Παιχνίδια σφαγής» του Ευγένιου Ιονέσκο ο θάνατος κυριαρχεί και υπογραµµίζει τα ελαττώµατα της ανθρώπινης φύσης. Λεπτή ειρωνεία και πικρές αλήθειες που µόνο ο Ιονέσκο µπορεί να πει τόσο καθοριστικά. Τριάντα χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν σε µία µέρα. Κάθε µέρα. Όχι δεν πρόκειται για την τροµακτική ανακοίνωση κάποιου τηλεοπτικού δελτίου ειδήσεων που αναγγέλλει την εξαφάνιση µιας κοινότητας από βοµβαρδισµό ή κάποιο καταστροφικό ξέσπασµα της φύσης. Αλλά για µια µυστηριώδη επιδηµία που πλήττει µία απροσδιόριστη ειρηνική πόλη εξολοθρεύοντας εν ριπή οφθαλµού και χωρίς κοινωνικές διακρίσεις τους κατοίκους της.

Οι άνθρωποι µάταια προσπαθούν να ξεφύγουν από το αναπόφευκτο τέλος. Ούτε η προσφυγή στον έρωτα, ούτε ο καταναλωτισµός, ούτε το χρήµα, ούτε η εξουσία µπορούν

να αναχαιτίσουν το κακό. Πεθαίνουν σαν τα µυρµήγκια: στους δρόµους, στα σπίτια τους, στα νοσοκοµεία, στις φυλακές, παντού. Και όποιοι καταφέρνουν να ξεφύγουν από

τούτη την παράλογη µάστιγα βρίσκουν έναν άλλο θάνατο, εξίσου αντιηρωικό. Αλλά µήπως ακόµα και όταν ζουν δεν είναι ζωντανοί νεκροί;

Στα «Παιχνίδια σφαγής» (1974), τα πτώµατα κατακλύζουν τη σκηνή. Ωστόσο, ο θάνατος ενδιαφέρει τον Ιονέσκο στο βαθµό που η απειλή του διογκώνει όλα τα ανθρώπινα

ελαττώµατα. Η κρίση καταστρατηγεί την ελευθερία, απελευθερώνει άγρια συναισθήµατα, ισοπεδώνει κάθε ηθική αξία, αποκαλύπτει την υποκρισία και την προδοσία τόσο της

πολιτικής και της εκκλησίας όσο και των απλών πολιτών. Και παρότι ο Γαλλο-Ρουµάνος συγγραφέας έχει αντισταθεί στις ιδεολογικές ερµηνείες του έργου του, η πολιτική

εισχωρεί από την κλειδαρότρυπα καθώς αυτή η φονική επιδηµία δεν είναι παρά µια µεταφορά της ίδιας της αλλοτριωµένης κοινωνίας.

Είναι σηµαντικό να γνωρίζει κανείς το κείµενο προτού δει την παράσταση της οµάδας «Ασκηση». Γιατί οι συνεχείς υψηλοί τόνοι των ηθοποιών και η εκκωφαντική µουσική

εξουδετερώνουν τη βιτριολική ειρωνεία των διαλόγων. Αν και εσκεµµένη η υπερβολή - ως εκφραστικό µέσο που επιδιώκει να αποδώσει το θρίαµβο της απόλυτης

αποσύνθεσης - δεν παύει να ερεθίζει αρνητικά το θεατή που επί δυόµισι περίπου ώρες υφίσταται την ενόχλησή της. Ακόµα και αν µια τέτοια αντίδραση είναι το ζητούµενο, η

οχλοβοή υποβαθµίζει όχι µόνο το σαρκαστικό λόγο του συγγραφέα αλλά και πολλά από τα χαρίσµατα της παράστασης.

Ο ταλαντούχος Περικλής Μουστάκης καταφέρνει, ωστόσο, να µεταγγίσει το µαύρο διαβρωτικό χιούµορ του έργου στις ευρηµατικές εικόνες που δηµιουργεί. Εικόνες, άρτιας

αισθητικής, που αποτελούν κυρίαρχο στίγµα στη δουλειά του και που απολαύσαµε τόσο στο «America Hurrah» όσο και στον «Βυσσινόκηπο».

Στο παροξυντικό οπτικό ενδιαφέρον συµβάλλουν καθοριστικά οι ευφάνταστοι σκηνικοί χώροι και τα εκκεντρικά κοστούµια του Άγγελου Αγγελή που παραπέµπουν σε

εφιαλτικούς πίνακες ζωγραφικής. Η τελευταία, από τις 15 εναλλασσόµενες σκηνές εγγράφεται στη µνήµη. H ξέφρενη κινητικότητα δίνει τη θέση της στην απόλυτη ακινησία

και η ανθρώπινη αγέλη µπροστά στο µέγεθος της καταστροφής καταθέτει τα όπλα και αφήνεται στωικά στη µοίρα της.

Οι εννέα πολλά υποσχόµενοι ηθοποιοί, υπακούοντας σε απαιτητικούς σωµατικούς κώδικες, σαν έντροµες µαριονέτες µπροστά στη θέαση του θανάτου, κινούν τα νήµατα

αυτού του υπαρξιακού παραλογισµού. Παίζουν οι: Μιχάλης Μαθιουδάκης, Γιάννης Μπόγρης, Μάριος Παναγιώτου, Κωνσταντίνος Παπαθεοδώρου, Ματίνα Περγιουδάκη, Ελίνα

Σηφάκη, Δώρα Στυλιανέση, Φιντέλ Ταλαµπούκας, Εφη Τσαρουχά.