
ΚΡΙΤΙΚΕΣ - Παιχνίδια Σφαγής
Με τεχνικές από τον κινηµατογράφο - ΜΑΡΩ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
Εφημερίδα ''Η ΕΠΟΧΗ''
Η συνάντηση της θεατρικής οµάδας «Άσκηση» και του σκηνοθέτη Περικλή Μουστάκη µε τον Ιονέσκο της ύστερης περιόδου υπήρξε ευτυχής. Τα Παιχνίδια σφαγής, σε
µετάφραση της Σοφίας Διονυσοπούλου, που παίζονται στο οµώνυµο της οµάδας θέατρο πίσω από το Πάντειο, είναι µια άρτια καλλιτεχνικά θεατρική πρόταση, που
ταυτόχρονα συνιστά και τη δυναµική πολιτική παρέµβαση µιας θεατρικής οµάδας που συνταιριάζει την αισθητική αναζήτηση µε τον πολιτικοκοινωνικό προβληµατισµό.
Πριν από λίγο καιρό η στήλη είχε φιλοξενήσει συνέντευξη του νεαρού ηθοποιού και σκηνοθέτη Σάββα Στρούµπου, στην οποία κατέθετε µια απλή αλλά δύσκολη αλήθεια
«Στην τέχνη το πολιτικό οφείλει να περνά έµµεσα, αντανακλαστικά, µε άλλους τρόπους. […]το σώµα του ηθοποιού γίνεται φορέας των εξεγερσιακών παρορµήσεων που
κρύβει µέσα του». Αυτό ακριβώς αναδύεται µέσα από τη δουλειά της «Άσκησης».
Μια χλεύη στον αστικό τρόπο ζωής
Τα Παιχνίδια Σφαγής γράφτηκαν το 1970. Η µακριά δεκαετία του ’60 δεν έχει τελειώσει ακόµη. Πολλά µέτωπα πολέµου είναι ανοιχτά προκαλώντας κινήµατα διαµαρτυρίας,
η αµφισβήτηση των κυρίαρχων δοµών του αστικού κόσµου κορυφώνεται, οι πρώτες σοβαρές εκ των ένδον κριτικές του σοβιετικού µοντέλου κάνουν την εµφάνισή τους,
την ίδια στιγµή το κυρίαρχο σύστηµα ανασυντάσσεται και συσπειρώνεται, δικτατορίες βασανίζουν µεγάλες και µικρότερες γωνιές του κόσµου (ανάµεσά τους και την
Ελλάδα). Το έργο χωρά µε δυσκολία στο είδος θεάτρου, του οποίου συνδηµιουργός υπήρξε ο συγγραφέας τους, αυτό του παραλόγου. Μόνο η ανοιχτή δοµή και το
επικοινωνιακό αδιέξοδο το φέρνει σ΄ αυτό. Κατά τα άλλα, ο Ιονέσκο χρησιµοποιώντας τη µεταφορά του λοιµού, µιας επιδηµικής ασθένειας µε ανεξέλεγκτες συνέπειες,
χλευάζει τον αστικό τρόπο ζωής, τον ατοµισµό, την καταναλωτική µανία, τον αυταρχισµό, αλλά και την ανοησία και την αναλγησία που φέρνει ο συγκεκριµένος τρόπος
ζωής, ο οποίος βγάζει µέσα από τον άνθρωπο το θηρίο. Αλληλεγγύη, συντροφικότητα, συνέπεια, καθήκον… όλες οι αξίες που τιµούµε θεωρητικά οι άνθρωποι, όλοι οι
κώδικες συµπεριφοράς του πολίτη εξαφανίζονται, και µια µόνο αρχή υπερισχύει: ο σώσων εαυτόν, σωθήτω. Τίποτε δεν ξεφεύγει από την χλευαστική µατιά του συγγραφέα,
καµιά ατοµική ή κοινωνική συµπεριφορά, κανένα ταξικό παράδειγµα. Ο θάνατος θα κυριαρχήσει στο τέλος, κατακαίγοντας ένα σύστηµα που παράγει αρρώστια, ανισότητα
και φρίκη.
Ο Ιονέσκο µοιάζει να έχει µελετήσει τη µακριά σειρά των συγγραφέων που στο έργο τους έχουν µιλήσει για λοιµούς, πραγµατικούς ή εν είδει µεταφοράς για την ανθρώπινη
κατάσταση και την κατάντια των κοινωνιών, από τον Θουκυδίδη και τον Φλάβιο Ιώσηπο ως τους παραδοξογράφους των αυτοκρατορικών χρόνων και τους µεσαιωνικούς
συναξαριστές και ως τον Καµύ της «Πανούκλας» (µια σειρά µέρος της οποίας είναι έργα νεότερα όπως το «Περί τυφλότητας» του Σαραµάγκου αλλά και το «Πεθαίνω σα
χώρα» του δικού µας Δ. Δηµητριάδη). Το έργο έχει τη δοµή ενός παράξενου θεωρήµατος: Τι θα συνέβαινε, αν…, πώς θα αντιδρούσαν, αν… Και παρακολουθεί τις συνέπειες
της θανατερής απειλής στην αγορά, ανάµεσα σε ευκατάστατους καταναλωτές υποταγµένους στο καταναλωτικό σύνδροµο, στις ερωτικές σχέσεις, στην µαταιοδοξία των
καλλιτεχνών, στο αποστειρωµένο κόσµο της επιστήµης, στη φιλία, στο εµπόριο, στις οιεσδήποτε σχέσεις εν γένει. Ο κίνδυνος κάνει τον εγωισµό να ξεχειλίζει, βγάζει στην
επιφάνεια προσωπικά ελαττώµατα και κοινωνικά καρκινώµατα, όπως η απληστία και η κερδοσκοπία. Οι άνθρωποι φλυαρούν χωρίς ειρµό, χωρίς επικοινωνιακό στόχο, µόνο
και µόνο για να αποµακρύνουν το ενδεχόµενο, αν και είναι φανερό ότι δεν έχουν καµιά συνείδηση της πραγµατικής απειλής. Αλλά ο θάνατος, σαν φυσική κατάσταση ή σαν
µεταφορά του τέλους (άραγε της οριακής στιγµής που δηλώνει και την αρχή µιας αλλαγής; Δυστυχώς όχι πάντα). Ο Ιονέσκο ξέρει πως µιλώντας για το θάνατο, µιλάµε
ουσιαστικά για τη ζωή.
Οργισµένη σκηνοθεσία
Το ξέρει και ο Περικλής Μουστάκης που διάβασε το έργο µε µια µατιά βαθιά πολιτική και ακόµη βαθύτερα οργισµένη. Ο καλλιτέχνης δεν περιµένει τις δύσκολες ώρες για να
δείξει καταστάσεις και να ευαισθητοποιήσει συνειδήσεις, για να δώσει σάρκα µε το έργο του σε σκέψεις και προβληµατισµούς, για να µοιραστεί µε το κοινό του προτάσεις
και οράµατα. Προλαβαίνει. Κι εδώ έχουµε µια τέτοια περίπτωση. Πολύ πριν το ξέσπασµα των γεγονότων του Δεκεµβρίου, που έδειξαν µε σαφήνεια πως οι καιροί ου µενετοί
και πρέπει πολύ να σκεφτούµε και ορθώς να δράσουµε, ο Μουστάκης και η «Άσκηση» σήκωσαν ένα καθρέφτη και ζήτησαν να κοιταχτούµε µέσα, σε α΄ πληθυντικό και των
ιδίων συµπεριλαµβανοµένων.
Με τεχνικές που αρύονται την έµπνευσή τους από τον κινηµατογράφο ο σκηνοθέτης έστησε µία-µία τις εικόνες του έργου. Το βάθος της σκηνής χωρίστηκε σε καρέ, όπου
αναπτύσσονταν οι δράσεις, τα φώτα αναβόσβηναν ανελέητα, ο εφιάλτης έχασκε αδήριτος και ένα γέλιο άγριο έγδερνε την επιφάνεια και αποκάλυπτε τον πυρήνα των
πραγµάτων. Η σκηνή της αγοράς, για παράδειγµα, µε την οποία ανοίγει η παράσταση είναι χαρακτηριστική: αυτή η αγορά που ξεκίνησε κάποτε ως τόπος συνάντησης και
οµιλίας, ως χώρος κοινωνικής επαφής και πολιτικής πράξης, έχει πια µετατραπεί σε πανηγύρι κατανάλωσης. Οι ηθοποιοί σαν νευρόσπαστα, κατά στιγµές σαν ζόµπι σε
γρήγορη κίνηση, µπαινοβγαίνουν στα καταστήµατα, συναντιούνται χωρίς να συναντιούνται, ψωνίζουν µανιωδώς, ζουν µέσα από αυτό που αποκτούν. Φιγούρες που
µοιάζουν να βγαίνουν από έργα της ποπ αρτ, κινούνται νευρωτικά γύρω και µέσα από προϊόντα και γίνονται και οι ίδιοι τελικά ένα προϊόν. Η εµφάνιση του θανάτου θα
ανατρέψει την … ευτυχία της κατανάλωσης και θα αποκαλύψει το αληθινό πρόσωπο µιας άρρωστης κοινωνίας, που λειτουργεί µε ανεστραµµένη αίσθηση των εννοιών υγεία
και αρρώστια.
Με τεχνικές από τον κινηµατογράφο
Κατά την προσφιλή του τεχνική, ο Μουστάκης δεν επέτρεψε ούτε µια στιγµή ρεαλισµού, αλλά µε µια ιδιότυπη, ενδιαφέρουσα ανάγνωση των µπρεχτικών τρόπων
χρησιµοποίησε την παράσταση σαν εκπορθητικό κριό στη συνείδηση των θεατών. Οι ηθοποιοί φώναζαν µε όλη τους τη δύναµη τις λέξεις του Ιονέσκο, έτσι που τα όρια της
µιας χάνονταν µέσα στην επόµενη και το κείµενο έφτανε ως βόµβος στα αυτιά των θεατών. Τι σηµασία έχουν τα λόγια όταν ποτέ δεν µιλάµε; Καταιγιστική κίνηση, χρώµατα
και µια βαθιά, γεµάτη ερωτηµατικά αλλά και πόνο ειρωνεία. Και όσο η ώρα περνάει, όσο τα επεισόδια φέρνουν το θάνατο όλο και πιο κοντά, όσο ο θάνατος ξορκίζεται αλλά
επιµένει και πλησιάζει, τόσο οι ανθρώπινες συµπεριφορές γίνονται όλο και πιο ακραίες, οι άνθρωποι θυµίζουν όλο και λιγότερο άνθρωπο. Τα ταξικά στεγανά εµφανίζονται
κραταιά, η εκµετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, η ζωώδης αν όχι η κτηνώδης επιβίωση, που έχει χάσει κάθε µασκάρεµα αστικής εκλέπτυνσης, η ταξική σύγκρουση, το
ερωτικό παραλήρηµα, ο έρωτας ως συναλλαγή, η αναζήτησή του ως ακόµα ένα προϊόν που η χρήση του ίσως κρατήσει µακριά το θάνατο, όλα ανοίγονται σαν στρόβιλος
πάνω στη σκηνή. Η τελική ανθρωποφαγική σκηνή είναι ανατριχιαστική όχι ως θέαµα αλλά στις συµβολικές υποδηλώσεις που πετυχαίνει. Καθώς η παράσταση τελειώνει –
ένας πίνακας του Μπος που ζωντάνεψε την Κόλαση µε θανάσιµο χιούµορ αλλά και µεγάλη σοβαρότητα- µια πυρκαγιά µαίνεται στο βάθος της πόλης. Οι πολίτες κάθονται
φωνάζοντας «φωτιά», µε τον ίδιο τρόπο που θα φώναζαν τον µικροπωλητή να αγοράσουν αναψυκτικό στην παραλία, σίγουροι πως δεν θα τους φτάσει ποτέ, αλλά η φωτιά
είναι εκεί και ο θάνατος στη γωνιά χαµογελάει µε σιγουριά. Αυτός θα είναι ο τελικός νικητής. Μόνο που κανείς δεν θέλει να το ξέρει.
Οι ηθοποιοί της «Άσκησης» είναι αξιοθαύµαστοι: Η σωµατική τους εκφραστικότητα, η παραστατική δύναµη, η δυνατότητά τους να εκπλήσσουν µε κινήσεις που µοιάζουν
αυθόρµητες, ενώ πίσω τους είναι φανερό πως κρύβεται µια τροµερή προετοιµασία, ηθοποιοί που δεν φοβούνται να «τσαλακωθούν» πάνω στη σκηνή. Αν και το σχήµα δεν
είναι ίδιο ακριβώς µε το περυσινό που έδωσε τον άκρως ενδιαφέροντα «Βυσσινόκηπο» (ο πυρήνας παραµένει πάντως σταθερός), ωστόσο διακρίνει εύκολα κανείς την ίδια
οµαδικότητα, το πνεύµα της συλλογικής δηµιουργίας προϊόν προφανώς προσπάθειας και σκληρής δουλειάς: Μιχάλης Μαθιουδάκης, Γιάννης Μπόγρης, Μάριος Παναγιώτου,
Κωνσταντίνος Παπαθεοδώρου, Ματίνα Περγιουδάκη, Ελίνα Σηφάκη, Δώρα Στυλιανέση, Φιντέλ Ταλαµπούκας, Έφη Τσαρουχά. Καταιγιστική η µουσική του Μάνου
Περγιουδάκη. Τα σκηνικά και τα κοστούµια του Άγγελου Αγγελή, εύφανταστα και λειτουργικά, δηµιουργούσαν το κατάλληλο περιβάλλον για την εξέλιξη της παράστασης,
προσθέτοντας τσουχτερές πινελιές εικαστικού χιούµορ.